27/10/22   ━━  4 min read

Η κινάση ή φωσφοκινάση της κρεατίνης (creatine phosphokinase, CPK) είναι ένα ένζυμο που εντοπίζεται κυρίως στον καρδιακό μυϊκό ιστό και στους σκελετικούς μύες, και αντανακλά τον καταβολισμό των ιστών αυτών ως αποτέλεσμα φθοράς ή τραυματισμού. Η δράση της είναι περιορισμένη στον εγκέφαλο, στο γαστρεντερικό και ουροποιητικό σύστημα.

 Η κρεατινική κινάση αποτελεί κεντρικό ρυθμιστή διατήρησης της κυτταρικής ομοιόστασης και εντοπίζεται στο κυτταρόπλασμα και τα μιτοχόνδρια των κυττάρων των προαναφερθέντων ιστών. Καταλύει με τη βοήθεια ενέργειας (ATP) τη βιοχημική αντίδραση μετατροπής της κρεατίνης (creatine) σε φωσφοκρεατίνη (phosphocreatine, PCr) και διφωσφορική αδενοσίνη (ADP), διοχετεύοντας ενέργεια στους γραμμωτούς μύες (σκελετικοί μύες και μυοκάρδιο) ή στον εγκέφαλο, η οποία απαιτείται περαιτέρω της καύσης των προσλαμβανόμενων υδατανθράκων, πρωτεϊνών και λιπών διά της τροφής, ακριβώς επειδή υπάρχει εκτεταμένη φθορά στους εν λόγω ιστούς.

 Η εξέταση της κρεατινικής φωσφοκινάσης (CPK) είναι απαραίτητη για τη διερεύνηση οξείας ή χρόνιας παθολογικής φθοράς στους γραμμωτούς μύες που παράγουν έργο (οι σκελετικοί μύες παρέχουν δύναμη υποστηρικτική της αναπνοής, της ορθής στάσης και της κίνησης του σώματος, ο καρδιακός μυς λειτουργεί ως αντλία διοχετεύοντας αίμα στο σώμα).

Κινάση κρεατίνης (cpk) – Εξέταση

Η υποψία εκτεταμένης φθοράς στους σκελετικούς μύες, στο μυοκάρδιο ή στον εγκέφαλο χρίζει διαγνωστικής διερεύνησης και άμεσης αντιμετώπισης.

Η εξέταση της κινάσης κρεατίνης (CPK) διεξάγεται κατόπιν αιμοληψίας, η τιμή της εξαρτάται από παράγοντες όπως το φύλο, η ηλικία, η φυλή και η φυσική κατάσταση του ατόμου, και κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 24 – 195 IU/L, με ελαφριά απόκλιση των τιμών ή χρήση διαφορετικών μονάδων μέτρησης από εργαστήριο σε εργαστήριο. Οι άντρες και τα άτομα με πιο αυξημένη μυϊκή μάζα εμφανίζουν ελαφρώς υψηλότερες τιμές CPK, ενώ τα επίπεδα CPK των αθλητών εξετάζονται με διαφορετικά κριτήρια που σχετίζονται με το άθλημα και τη φυσική τους κατάσταση, στα πλαίσια του απαραίτητου αθλητιατρικού ελέγχου.

Η σωστή εκτίμηση της CPK προϋποθέτει αποχή από τη σωματική άσκηση για 12 ώρες πριν την εξέταση, ώστε να αποφευχθούν ψευδώς θετικές τιμές, και συνδυάζεται με περαιτέρω διαγνωστική διερεύνηση (π.χ. ηλεκτρολύτες, BUN, κρεατινίνη, μυοσφαιρίνη ούρων, τροπονίνη, ηλεκτροκαρδιογράφημα) και κλινικά ευρήματα (συμπτωματολογία) στα πλαίσια της διαφορικής διάγνωσης.

Κλείστε Ραντεβού

Αυξημένη κινάση κρεατίνης (cpk)

Η κινάση κρεατίνης (CPK) αυξάνεται προσωρινά μετά τη συνιστώμενη για την υγεία φυσική δραστηριότητα ή άθληση λόγω φυσιολογικής καταπόνησης των μυών που ασκήθηκαν, εξ’ ου και συνιστάται η αποχή από την άσκηση 12 ώρες πριν την εν λόγω εξέταση, γρήγορα όμως η CPK επανέρχεται στο φυσιολογικό εύρος τιμών.

Οι πολύ υψηλές τιμές CPK ( > 200 IU/L) έχουν διαγνωστική και κλινική αξία καθώς ρίχνουν φως στην πιθανή ύπαρξη εκτεταμένης μυϊκής φθοράς και τον βαθμό της βλάβης των γραμμωτών μυών.

Η εξέταση της κινάσης κρεατίνης (CPK) στοχεύει στην ανίχνευση αυξημένου καταβολισμού ιστών που προκύπτουν από:

  • φθορά των σκελετικών μυών πέραν του φυσιολογικού που προκύπτει προσωρινά από την συνιστώμενη για την υγεία άσκηση, ως απόρροια μυϊκής υπερκόπωσης, εγκαύματος ή φλεγμονής (μυοσίτιδες), χρόνιας μυϊκής νόσου (μυοπάθειας π.χ. μυϊκή δυστροφία Duchenne), ή οξείας μυϊκής νέκρωσης (ραβδομυόλυση, που ελλοχεύει κίνδυνο οξείας νεφρικής ανεπάρκειας)
  • βλάβες του μυοκαρδίου (οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, μυοκαρδίτιδα κ.α.)
  • άλλα αίτια, μη συνυφασμένα με την καρδιά ή τους σκελετικούς μύες, όπως: ενδοκρινικές διαταραχές, νεφρική νόσος, μικροβιακές λοιμώξεις συμπεριλαμβανομένης και της COVID-19, ερυθηματώδης λύκος, ρευματοειδής αρθρίτιδα, κοιλιοκάκη, θρόμβος αίματος, φαρμακευτική αγωγή με στατίνες κ.α.

Η εκτεταμένη μυϊκή φθορά, οξεία ή χρόνια, αποτελεί το πιο κοινό αίτιο αυξημένης τιμής CPK. Σε περίπτωση τραυματισμού, η CPK μπορεί να αυξηθεί ακόμη και 2 μέρες μετά το συμβάν καταπόνησης του μυός. Η εξέταση CPK ζητείται όταν υπάρχουν τα ακόλουθα συμπτώματα:

  • Έντονο μυϊκό άλγος (πόνος) ή/και κράμπες
  • Αδυναμία
  • Μούδιασμα
  • Θέματα ισορροπίας
  • Σκουρόχρωμα ούρα

 Η μεμονωμένη αύξηση της CPK στον αθλητισμό μετά από απαιτητικούς αγώνες συνήθως δεν εγκυμονεί κινδύνους για την υγεία εφόσον υπάρχει παρακολούθηση ειδικού και τακτικός διαγνωστικός έλεγχος. Ωστόσο, η ύπαρξη έντονης αφυδάτωσης σε συνδυασμό με αυξημένα επίπεδα CPK ελλοχεύουν κίνδυνο οξείας νεφρικής βλάβης, κάτι που υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο της καλής ενυδάτωσης και αναπλήρωσης υγρών τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά την άσκηση (νερό, σούπες, ισοτονικά ροφήματα κ.α.), και του τακτικού αθλητιατρικού ελέγχου.

Πηγές:

Ιωάννα Αδαμίδου MS, RD

Διαιτολόγος – Διατροφολόγος & Βιολόγος

Υπεύθυνη Bioiatriki+ Nutrition, Θεσσαλονίκη

Επιστημονική Συνεργάτης ΒιοΚλινικής Θεσσαλονίκης

Παρόμοια άρθρα

27/10/22   ━━  4 min read

Η κινάση ή φωσφοκινάση της κρεατίνης (creatine phosphokinase, CPK) είναι ένα ένζυμο που εντοπίζεται κυρίως στον καρδιακό μυϊκό ιστό και στους σκελετικούς μύες, και αντανακλά τον καταβολισμό των ιστών αυτών ως αποτέλεσμα φθοράς ή τραυματισμού. Η δράση της είναι περιορισμένη στον εγκέφαλο, στο γαστρεντερικό και ουροποιητικό σύστημα.

 Η κρεατινική κινάση αποτελεί κεντρικό ρυθμιστή διατήρησης της κυτταρικής ομοιόστασης και εντοπίζεται στο κυτταρόπλασμα και τα μιτοχόνδρια των κυττάρων των προαναφερθέντων ιστών. Καταλύει με τη βοήθεια ενέργειας (ATP) τη βιοχημική αντίδραση μετατροπής της κρεατίνης (creatine) σε φωσφοκρεατίνη (phosphocreatine, PCr) και διφωσφορική αδενοσίνη (ADP), διοχετεύοντας ενέργεια στους γραμμωτούς μύες (σκελετικοί μύες και μυοκάρδιο) ή στον εγκέφαλο, η οποία απαιτείται περαιτέρω της καύσης των προσλαμβανόμενων υδατανθράκων, πρωτεϊνών και λιπών διά της τροφής, ακριβώς επειδή υπάρχει εκτεταμένη φθορά στους εν λόγω ιστούς.

 Η εξέταση της κρεατινικής φωσφοκινάσης (CPK) είναι απαραίτητη για τη διερεύνηση οξείας ή χρόνιας παθολογικής φθοράς στους γραμμωτούς μύες που παράγουν έργο (οι σκελετικοί μύες παρέχουν δύναμη υποστηρικτική της αναπνοής, της ορθής στάσης και της κίνησης του σώματος, ο καρδιακός μυς λειτουργεί ως αντλία διοχετεύοντας αίμα στο σώμα).

Κινάση κρεατίνης (cpk) – Εξέταση

Η υποψία εκτεταμένης φθοράς στους σκελετικούς μύες, στο μυοκάρδιο ή στον εγκέφαλο χρίζει διαγνωστικής διερεύνησης και άμεσης αντιμετώπισης.

Η εξέταση της κινάσης κρεατίνης (CPK) διεξάγεται κατόπιν αιμοληψίας, η τιμή της εξαρτάται από παράγοντες όπως το φύλο, η ηλικία, η φυλή και η φυσική κατάσταση του ατόμου, και κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 24 – 195 IU/L, με ελαφριά απόκλιση των τιμών ή χρήση διαφορετικών μονάδων μέτρησης από εργαστήριο σε εργαστήριο. Οι άντρες και τα άτομα με πιο αυξημένη μυϊκή μάζα εμφανίζουν ελαφρώς υψηλότερες τιμές CPK, ενώ τα επίπεδα CPK των αθλητών εξετάζονται με διαφορετικά κριτήρια που σχετίζονται με το άθλημα και τη φυσική τους κατάσταση, στα πλαίσια του απαραίτητου αθλητιατρικού ελέγχου.

Η σωστή εκτίμηση της CPK προϋποθέτει αποχή από τη σωματική άσκηση για 12 ώρες πριν την εξέταση, ώστε να αποφευχθούν ψευδώς θετικές τιμές, και συνδυάζεται με περαιτέρω διαγνωστική διερεύνηση (π.χ. ηλεκτρολύτες, BUN, κρεατινίνη, μυοσφαιρίνη ούρων, τροπονίνη, ηλεκτροκαρδιογράφημα) και κλινικά ευρήματα (συμπτωματολογία) στα πλαίσια της διαφορικής διάγνωσης.

Κλείστε Ραντεβού

Αυξημένη κινάση κρεατίνης (cpk)

Η κινάση κρεατίνης (CPK) αυξάνεται προσωρινά μετά τη συνιστώμενη για την υγεία φυσική δραστηριότητα ή άθληση λόγω φυσιολογικής καταπόνησης των μυών που ασκήθηκαν, εξ’ ου και συνιστάται η αποχή από την άσκηση 12 ώρες πριν την εν λόγω εξέταση, γρήγορα όμως η CPK επανέρχεται στο φυσιολογικό εύρος τιμών.

Οι πολύ υψηλές τιμές CPK ( > 200 IU/L) έχουν διαγνωστική και κλινική αξία καθώς ρίχνουν φως στην πιθανή ύπαρξη εκτεταμένης μυϊκής φθοράς και τον βαθμό της βλάβης των γραμμωτών μυών.

Η εξέταση της κινάσης κρεατίνης (CPK) στοχεύει στην ανίχνευση αυξημένου καταβολισμού ιστών που προκύπτουν από:

  • φθορά των σκελετικών μυών πέραν του φυσιολογικού που προκύπτει προσωρινά από την συνιστώμενη για την υγεία άσκηση, ως απόρροια μυϊκής υπερκόπωσης, εγκαύματος ή φλεγμονής (μυοσίτιδες), χρόνιας μυϊκής νόσου (μυοπάθειας π.χ. μυϊκή δυστροφία Duchenne), ή οξείας μυϊκής νέκρωσης (ραβδομυόλυση, που ελλοχεύει κίνδυνο οξείας νεφρικής ανεπάρκειας)
  • βλάβες του μυοκαρδίου (οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, μυοκαρδίτιδα κ.α.)
  • άλλα αίτια, μη συνυφασμένα με την καρδιά ή τους σκελετικούς μύες, όπως: ενδοκρινικές διαταραχές, νεφρική νόσος, μικροβιακές λοιμώξεις συμπεριλαμβανομένης και της COVID-19, ερυθηματώδης λύκος, ρευματοειδής αρθρίτιδα, κοιλιοκάκη, θρόμβος αίματος, φαρμακευτική αγωγή με στατίνες κ.α.

Η εκτεταμένη μυϊκή φθορά, οξεία ή χρόνια, αποτελεί το πιο κοινό αίτιο αυξημένης τιμής CPK. Σε περίπτωση τραυματισμού, η CPK μπορεί να αυξηθεί ακόμη και 2 μέρες μετά το συμβάν καταπόνησης του μυός. Η εξέταση CPK ζητείται όταν υπάρχουν τα ακόλουθα συμπτώματα:

  • Έντονο μυϊκό άλγος (πόνος) ή/και κράμπες
  • Αδυναμία
  • Μούδιασμα
  • Θέματα ισορροπίας
  • Σκουρόχρωμα ούρα

 Η μεμονωμένη αύξηση της CPK στον αθλητισμό μετά από απαιτητικούς αγώνες συνήθως δεν εγκυμονεί κινδύνους για την υγεία εφόσον υπάρχει παρακολούθηση ειδικού και τακτικός διαγνωστικός έλεγχος. Ωστόσο, η ύπαρξη έντονης αφυδάτωσης σε συνδυασμό με αυξημένα επίπεδα CPK ελλοχεύουν κίνδυνο οξείας νεφρικής βλάβης, κάτι που υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο της καλής ενυδάτωσης και αναπλήρωσης υγρών τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά την άσκηση (νερό, σούπες, ισοτονικά ροφήματα κ.α.), και του τακτικού αθλητιατρικού ελέγχου.

Πηγές:

Ιωάννα Αδαμίδου MS, RD

Διαιτολόγος – Διατροφολόγος & Βιολόγος

Υπεύθυνη Bioiatriki+ Nutrition, Θεσσαλονίκη

Επιστημονική Συνεργάτης ΒιοΚλινικής Θεσσαλονίκης

Παρόμοια άρθρα